Κατάλογος βιβλίων από συγγραφέα Kipling, Rudyard - Joseph

Ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (30 Δεκεμβρίου 1865 - 18 Ιανουαρίου 1936)[1] ήταν Βρετανός διηγηματογράφος, ποιητής και μυθιστοριογράφος, κυρίως γνωστός για τις παιδικές του ιστορίες και τις ιστορίες και τα ποιήματα για τους Βρετανούς στρατιώτες στην Ινδία. Γεννήθηκε στη Βομβάη της βρετανικής Ινδίας και μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αγγλία όταν ήταν 6 ετών[2]. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για τα έργα μυθοπλασίας, όπως Το Βιβλίο της Ζούγκλας (μία συλλογή ιστοριών που περιλαμβάνει και το "Ρίκκι-Tίκκι-Tάβι") (1894) και Κιμ (μία ιστορία περιπέτειας) (1901), διηγήματα, όπως "Ο Άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς" (1888), και ποιήματα όπως το "Αν..." (1910). Θεωρείται σημαντικός "πρωτοπόρος στην τέχνη του διηγήματος"[3]. Τα δε παιδικά του βιβλία είναι κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας και τα καλύτερά του έργα παρουσιάζουν "ένα ευέλικτο και φωτεινό αφηγηματικό χάρισμα"[4].

Ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (30 Δεκεμβρίου 1865 - 18 Ιανουαρίου 1936)[1] ήταν Βρετανός διηγηματογράφος, ποιητής και μυθιστοριογράφος, κυρίως γνωστός για τις παιδικές του ιστορίες και τις ιστορίες και τα ποιήματα για τους Βρετανούς στρατιώτες στην Ινδία. Γεννήθηκε στη Βομβάη της βρετανικής Ινδίας και μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αγγλία όταν ήταν 6 ετών[2]. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για τα έργα μυθοπλασίας, όπως Το Βιβλίο της Ζούγκλας (μία συλλογή ιστοριών που περιλαμβάνει και το "Ρίκκι-Tίκκι-Tάβι") (1894) και Κιμ (μία ιστορία περιπέτειας) (1901), διηγήματα, όπως "Ο Άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς" (1888), και ποιήματα όπως το "Αν..." (1910). Θεωρείται σημαντικός "πρωτοπόρος στην τέχνη του διηγήματος"[3]. Τα δε παιδικά του βιβλία είναι κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας και τα καλύτερά του έργα παρουσιάζουν "ένα ευέλικτο και φωτεινό αφηγηματικό χάρισμα"[4].


Ο Κίπλινγκ ήταν ένας από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς στην Αγγλία, τόσο στην πεζογραφία όσο και στο στίχο, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Χένρι Τζέιμς είπε ότι ο Κίπλινγκ είναι ο πιο ολοκληρωμένος ιδιοφυής άνθρωπος που γνώρισε ποτέ. Το 1907, ο Κίπλινγκ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και έγινε ο πρώτος αγγλόφωνος συγγραφέας που κέρδισε το βραβείο αυτό αλλά και ο νεαρότερος αποδέκτης του[5]. Μεταξύ άλλων τιμητικών διακρίσεων, είχε βολιδοσκοπηθεί σε αρκετές περιπτώσεις για να λάβει τιμές ιππότη, τις οποίες αρνήθηκε[6].


Η μετέπειτα φήμη του Κίπλινγκ έχει αλλάξει σύμφωνα με το πολιτικό και το κοινωνικό κλίμα της εποχής[7][8] και οι αντικρουόμενες απόψεις γι' αυτόν συνεχίστηκαν για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα[9]. Ο Τζορτζ Όργουελ τον αποκάλεσε "προφήτη του βρετανικού ιμπεριαλισμού"[10]. Ο λογοτεχνικός κριτικός Ντάγκλας Κερ έγραψε: "[Ο Κίπλινγκ] εξακολουθεί να είναι ένας συγγραφέας που μπορεί να εμπνεύσει παθιασμένες διαφωνίες και η θέση του στη λογοτεχνική και πολιτιστική ιστορία δεν θεωρείται ακόμη δεδομένη. Αλλά καθώς η εποχή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών υποχωρεί, αναγνωρίζεται ως ένας ασύγκριτος, αν και αμφιλεγόμενος, διερμηνέας των εμπειριών από την αυτοκρατορία. Αυτό, καθώς και η αυξανόμενη αναγνώριση του εξαιρετικού αφηγηματικού του ταλέντου, τον καθιστούν μία υπολογίσιμη δύναμη"[11].


Τα παιδικά χρόνια του Κίπλινγκ


Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1865 στη Βομβάη της Βρετανικής Ινδίας. Γονείς του ήταν η Άλις ΜακΝτόναλντ και ο Τζον Λόκγουντ Κίπλινγκ[12]. Η Άλις (μία από τις τέσσερις αξιόλογες βικτωριανές αδελφές)[13] ήταν μία ζωηρή γυναίκα[14] για την οποία ένας μελλοντικός αντιβασιλέας της Ινδίας θα έλεγε: "Η νωθρότητα και η κα Κίπλινγκ δεν μπορούν να υπάρξουν στο ίδιο δωμάτιο". Ο Τζον Λόκγουντ Κίπλινγκ ήταν γνωστός γλύπτης και αγγειοπλάστης, καθώς και διευθυντής και καθηγητής αρχιτεκτονικής γλυπτικής σε νεοσύστατη σχολή τέχνης στη Βομβάη.


Ο Τζον Λόκγουντ και η Άλις γνωρίστηκαν το 1863 και φλέρταραν στη λίμνη Ράντγιαρντ στο Στάφορντσερ της Αγγλίας. Παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στην Ινδία το 1865. Ήταν τόσο συγκινημένοι από την ομορφιά της περιοχής της λίμνης Ράντγιαρντ ώστε όταν γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, έδωσαν σ' αυτό το όνομα της λίμνης. Η αδελφή της Άλις, Τζωρτζιάνα, παντρεύτηκε το ζωγράφο Έντουαρντ Μπερν - Τζόουνς και η άλλη της αδελφή, Άγκνες, παντρεύτηκε το ζωγράφο Έντουαρντ Πόυντερ. Ο πιο διάσημος συγγενής του Κίπλινγκ ήταν ο πρώτος του ξάδελφος, Στάνλεϊ Μπάλντουιν, ο οποίος εκλέχθηκε τρεις φορές πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου με το Συντηρητικό Κόμμα, τις δεκαετίες του 1920 και του 1930[15].









Η Ινδία του Κίπλινγκ. Χάρτης της Βρετανικής Ινδίας



Οι γονείς του Κίπλινγκ θεωρούσαν τους εαυτούς τους "Αγγλοϊνδούς" (ένας όρος που χρησιμοποιούταν κατά το 19ο αιώνα για τους βρετανικής καταγωγής κατοίκους της Ινδίας) και το ίδιο έκανε και ο γιος τους, αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αλλού. Τα σύνθετα ζητήματα της ταυτότητας και της εθνικής αναφοράς θα αποτελούσαν ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά της μυθιστοριογραφίας του Κίπλινγκ[16].


Οι ημέρες του "δυνατού φωτός και του σκότους" στη Βομβάη τελείωσαν για τον Κίπλινγκ όταν ήταν 6 ετών[17]. Όπως συνηθιζόταν στη Βρετανική Ινδία, ο Κίπλινγκ και η 3 ετών αδελφή του, Άλις (αποκαλούμενη και Τριξ), στάλθηκαν στην Αγγλία, και συγκεκριμένα στο Πόρτσμουθ, για να ζήσουν μ' ένα ζευγάρι που αναλάμβανε παιδιά Βρετανών υπηκόων που υπηρετούσαν στην Ινδία. Για τα επόμενα 6 χρόνια, από τον Οκτώβριο του 1871 έως τον Απρίλιο του 1877, τα δύο παιδιά ζούσαν στο σπίτι του αξιωματικού του εμπορικού ναυτικού Πριζ Άγκαρ Χόλογουεϊ και της σύζυγού του, Σάρα Χόλογουεϊ. H άσχημη μεταχείριση και παραμέληση του Κίπλινγκ μέχρι τα 12 του χρόνια θα πρέπει να επηρέασε τη γραφή του, και ιδιαίτερα τη συμπόνοια του για τα παιδιά. Στην αυτοβιογραφία του, που δημοσιεύτηκε 65 χρόνια αργότερα, ο Κίπλινγκ θυμάται τη διαμονή του εκεί με φρίκη και αναρωτιέται ειρωνικά μήπως ο συνδυασμός της σκληρότητας και της παραμέλησης που έζησε εκεί στα χέρια της κας Χόλογουεϊ επιτάχυνε την έναρξη της λογοτεχνικής του ζωής: «Αν ανακρίνεις ένα παιδί επτά οκτώ ετών για τις δραστηριότητές του της ημέρας - ιδίως όταν νυστάζει και θέλει να κοιμηθεί - θα πέσει σε αντιφάσεις. Αν κάθε αντίφαση εκληφθεί ως ψέμα και ανακοινωθεί την ώρα του πρωινού, η ζωή δεν είναι εύκολη [...] Αυτό με έκανε όμως να δίνω ιδιαίτερη προσοχή στα ψέματα, που πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι ήταν αναγκαίο να λέω. Και αυτό, υποθέτω, ήταν το θεμέλιο της λογοτεχνικής προσπάθειας».


Η Άλις έτυχε καλύτερης μεταχείρισης καθώς η κα Χόλογουεϊ ήλπιζε ότι θα την πάντρευε με το γιο της[18]. Τα δύο αδέλφια, ωστόσο, είχαν στην Αγγλία συγγενείς, τους οποίους μπορούσαν να επισκεφτούν. Κάθε Χριστούγεννα περνούσαν ένα μήνα με τη θεία τους Τζωρτζιάνα και το σύζυγό της στο σπίτι τους, στο Φούλαμ του Λονδίνου, το οποίο ο Κίπλινγκ θα αποκαλούσε αργότερα "έναν παράδεισο, ο οποίος πιστεύω πραγματικά ότι με έσωσε". Το 1877, η μητέρα τους επέστρεψε από την Ινδία και πήρε τα παιδιά από το σπίτι της Χόλογουεϊ. Ο Κίπλινγκ θυμάται: "Συχνά η αγαπημένη μου θεία με ρωτούσε γιατί δεν είπα ποτέ σε κανέναν για το πως μου συμπεριφέρθηκαν. Τα παιδιά μιλάνε λίγο περισσότερο από τα ζώα, για ό,τι συμβαίνει το αποδέχονται ως αιώνια προκαθορισμένο. Επίσης, τα κακομεταχειρισμένα παιδιά έχουν μία σαφή ιδέα για το τι μπορεί να πάθουνε αν προδώσουν τα μυστικά ενός σπιτιού-φυλακής πριν να είναι οριστικά μακριά απ' αυτό".


Τον Ιανουάριο του 1878 ο πατέρας του Κίπλινγκ τον έγραψε σ' ένα κολλέγιο του Ντέβον, το οποίο ιδρύθηκε λίγα χρόνια νωρίτερα με σκοπό την εκπαίδευση αγοριών για το βρετανικό στρατό. Στην αρχή το σχολείο αποδείχθηκε σκληρό για τον Κίπλινγκ, αλλά στη συνέχεια δημιούργησε φιλίες και αποτέλεσε και το σκηνικό για τις μαθητικές ιστορίες που αφηγήθηκε αργότερα στην Εταιρεία Στάλκι και Σία (1899). Την ίδια περίοδο γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη Φλόρενς Γκάραρντ, η οποία ζούσε μαζί με την Άλις στο Πόρτσμουθ (στο οποίο είχε επιστρέψει η Άλις). Η Φλόρενς αποτέλεσε το πρότυπο για τη Μέιζι στο πρώτο μυθιστόρημα του Κίπλινγκ, Το Φως Που Έσβησε (1891).


Προς το τέλος της παραμονής του στο σχολείο, αποφασίστηκε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να μπει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με υποτροφία και οι γονείς του δεν είχαν τα μέσα για να τον χρηματοδοτήσουν. Έτσι, ο Τζον Λόκγουντ Κίπλινγκ βρήκε στον Ράντγιαρντ δουλειά στη Λαχόρη (σήμερα ανήκει στο Πακιστάν), όπου ο Τζον Λόκγουντ ήταν πλέον διευθυντής του Κολλεγίου Τέχνης και επιμελητής του Μουσείου Λαχόρης. Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ θα γινόταν βοηθός συντάκτη σε μία μικρή τοπική εφημερίδα, την Πολιτική και Στρατιωτική Εφημερίδα (Civil & Military Gazette), κι έτσι έφυγε από την Αγγλία στις 20 Σεπτεμβρίου του 1882.


Στην Πολιτική και Στρατιωτική Εφημερίδα, την οποία ο Κίπλινγκ θα αποκαλούσε "ερωμένη και την πιο αληθινή αγάπη", πήγαινε έξι μέρες την εβδομάδα όλο το χρόνο, εκτός από μία μονοήμερη άδεια που έπαιρνε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Αν και εργαζόταν σκληρά, η ανάγκη του να γράψει ήταν ασταμάτητη. Το 1886 δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή ποιημάτων, με τίτλο Επαρχιακά Τραγούδια (Departmental Ditties). Την ίδια χρονιά έγιναν αλλαγές στο επιτελείο της εφημερίδας. Ο νέος συντάκτης έδωσε περισσότερη δημιουργική ελευθερία και ο Κίπλινγκ κλήθηκε να συμβάλει δημοσιεύοντας στην εφημερίδα διηγήματα. Στα 21 του χρόνια δημοσίευσε μικρές δωδεκασέλιδες ιστοριούλες προς ένα ρούπι το φυλλάδιο. Τ' όνομά του σαν συγγραφέα άρχισε ν' ακούγεται στην Ινδία και την Αγγλία. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Chums (No. 256, τ. 5, 4 Αυγούστου 1897, σελίδα 798), ένας πρώην συνάδελφος του Κίπλινγκ αποκάλυψε ότι ο Κίπλινγκ βύθιζε την πένα του στο μελάνι τόσο επιθετικά, ώστε το περιεχόμενό του εκσφεδονίζονταν σ' όλο το γραφείο κι ήταν σχεδόν επικίνδυνο να τον πλησιάσει κανείς. Και το άρθρο συνέχιζε λέγοντας ότι όταν έκανε ζέστη, ο Κίπλινγκ φορούσε λευκό παντελόνι κι ένα λεπτό γιλέκο κι έμοιαζε περισσότερο με σκυλί Δαλματίας παρά με ανθρώπινο ον επειδή ήταν γεμάτος από στίγματα μελανιού.


Τα πρώτα ταξίδια


Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1883, ο Κίπλινγκ επισκέφθηκε την πόλη Σίμλα, καλοκαιρινή πρωτεύουσα της Βρετανικής Ινδίας. Εκείνη την εποχή, ήταν καθιερωμένη πρακτική για τον αντιβασιλιά της Ινδίας και την κυβέρνηση να μετακομίζει για 6 μήνες στη δροσερή πόλη Σίμλα κι έτσι η πόλη έγινε κέντρο εξουσίας αλλά και αναψυχής. Η οικογένεια Κίπλινγκ πήγαινε εκεί κάθε χρόνο και ο Λόκγουντ Κίπλινγκ κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην τοπική χριστιανική εκκλησία. Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ επέστρεψε εκεί κατά τις ετήσιες άδειες του από το 1885 έως το 1888 και η πόλη κατέλαβε περίοπτη θέση σε πολλές από τις ιστορίες που δημοσίευσε στην εφημερίδα. Από το Νοέμβριο του 1886 έως τον Ιούνιο του 1887 δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα περίπου 39 ιστορίες. Τις περισσότερες από αυτές ο Κίπλινγκ τις συμπεριέλαβε στις Απλές Ιστορίες από τους Λόφους (Plain Tales from the Hills), την πρώτη συλλογή πεζών του, που εκδόθηκε στην Καλκούτα τον Ιανουάριο του 1888, ένα μήνα μετά τα 22α γενέθλιά του. Ωστόσο, το Νοέμβριο του 1887, ο Κίπλινγκ έφυγε από τη Λαχόρη καθώς μεταφέρθηκε σε πολύ μεγαλύτερη εφημερίδα, τη The Pioneer, στο Αλλαχαμπάντ.


Ο Κίπλινγκ συνέχισε να γράφει σε ξέφρενους ρυθμούς. Το 1888 εξέδωσε έξι συλλογές διηγημάτων: Τρεις Στρατιώτες (Soldiers Three), Η Ιστορία των Γκάτσμπι (The Story of the Gadsbys), Μαύρο και Άσπρο (In Black and White), Υπό τους Κέδρους (Under the Deodars), Το Φάντασμα Ρίκσοου (The Phantom Rickshaw) και Ουίλλι Ουίνκι (Wee Willie Winkie), περιλαμβάνοντας συνολικά 41 ιστορίες, μερικές εκ των οποίων αρκετά μεγάλες. Επιπλέον, ως ειδικός απεσταλμένος της Pioneer, έκανε ταξίδια και έγραψε πολλές ιστορίες που αργότερα εκδόθηκαν στο Από Θάλασσα σε Θάλασσα και Άλλες Ιστορίες, Ταξιδιωτικά Γράμματα (From Sea to Sea and Other Sketches, Letters of Travel).


Στις αρχές του 1889, ο Κίπλινγκ απολύθηκε από την Pioneer μετά από μία διαφωνία. Εκείνη την εποχή σκεφτόταν όλο και περισσότερο το μέλλον του. Πούλησε τα δικαιώματα των έξι συλλογών διηγημάτων για 200 λίρες κι ένα μικρό ποσοστό, και τις Απλές Ιστορίες από τους Λόφους για 50 λίρες. Επιπλέον, από την Pioneer, έλαβε αποδοχές έξι μηνών. Ο Κίπλινγκ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα για να πάει στο Λονδίνο, το λογοτεχνικό κέντρο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Στις 9 Μαρτίου του 1889, έφυγε από την Ινδία, ταξιδεύοντας πρώτα στο Σαν Φρανσίσκο μέσω Ρανγκούν, Σιγκαπούρης, Χονγκ Κονγκ και Ιαπωνίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες γράφοντας άρθρα που αργότερα δημοσιεύθηκαν στο Από Θάλασσα σε Θάλασσα και Άλλες Ιστορίες, Ταξιδιωτικά Γράμματα. Ξεκινώντας από το Σαν Φρανσίσκο, ο Κίπλινγκ κατευθύνθηκε βόρεια στο Πόρτλαντ και στο Σιάτλ, συνέχισε στον Καναδά, πηγαίνοντας στη Βικτωρία και στο Βανκούβερ, επέστρεψε στις Η.Π.Α. πηγαίνοντας στο Εθνικό Πάρκο Γιέλοουστοουν, μετά νότια προς το Σολτ Λέικ Σίτι, και στη συνέχεια ανατολικά, στην Ομάχα (Νεμπράσκα) και το Σικάγο. Μετά πήγε στο Μπίβερ (Πενσυλβάνια) για να επισκεφτεί την οικογένεια Χιλ και αργότερα στους Καταρράκτες του Νιαγάρα, στο Τορόντο, στην Ουάσινγκτον, τη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη[19]. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, συνάντησε στην πόλη Ελμάιρα τον Μαρκ Τουαίην και ήταν πολύ εντυπωσιασμένος. Στη συνέχεια πέρασε τον Ατλαντικό και τον Οκτώβριο του 1889 έφτασε στο Λίβερπουλ. Σύντομα, έκανε το ντεμπούτο του στο λογοτεχνικό κόσμο του Λονδίνου, με μεγάλη επιτυχία.


Σταδιοδρομία ως συγγραφέας


Λονδίνο


Στο Λονδίνο, ο Κίπλινγκ βρήκε ένα μέρος για να ζήσει, στην οδό Βίλιερς στο Στραντ του Λονδίνου, απέναντι από το Τσάρινγκ Κρος. Επίσης είδε αρκετές από τις ιστορίες του να γίνονται δεκτές από διάφορους εκδότες περιοδικών.









Πορτραίτο του Κίπλινγκ από τον Τζων Κόλιερ (περ. 1891)



Κατά τα επόμενα δύο χρόνια, δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα, Το Φως Που Έσβησε, είχε ένα νευρικό κλονισμό, και συνάντησε έναν Αμερικανό συγγραφέα και εκδοτικό παράγοντα, τον Μπαλεστιέρ, με τον οποίο συνεργάστηκε σ' ένα μυθιστόρημα, το Ναουλάκα - Μια Ιστορία Ανατολής και Δύσης. Το 1891, μετά από συμβουλή των γιατρών του, πραγματοποίησε άλλο ένα θαλάσσιο ταξίδι επισκέπτοντας τη Νότια Αφρική, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και, για άλλη μια φορά, την Ινδία. Ωστόσο, ακύρωσε τα σχέδιά του να περάσει τα Χριστούγεννα με την οικογένειά του στην Ινδία και αποφάσισε να επιστρέψει αμέσως στο Λονδίνο, όταν έμαθε τον αιφνίδιο θάνατο, από τυφοειδή πυρετό, του Μπαλεστιέρ. Πριν την επιστροφή του, έκανε μέσω τηλεγραφήματος πρόταση γάμου στην αδελφή του Μπαλεστιέρ, την Κάρολιν Σταρ Μπαλεστιέρ (1862-1939), την οποία αποκαλούσε "Κάρι" και την οποία είχε γνωρίσει ένα χρόνο νωρίτερα. Εν τω μεταξύ, στα τέλη του 1891, η συλλογή διηγημάτων του για τους Βρετανούς στην Ινδία, Οι Αναποδιές της Ζωής (Life's Handicap), εκδόθηκε στο Λονδίνο[20].


Στις 18 Ιανουαρίου του 1892, η Κάρι Μπαλεστιέρ (ηλικίας 29 ετών) και ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (ηλικίας 26 ετών) παντρεύτηκαν στο Λονδίνο "εν μέσω μίας επιδημίας γρίπης, όταν οι νεκροθάφτες είχαν ξεμείνει από μαύρα άλογα και οι νεκροί έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι με τα καφέ". Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία Ολ Σόουλς στο Λάνγκαμ Πλέις του Λονδίνου. Τη νύφη παρέδωσε ο Χένρι Τζέιμς.


Ηνωμένες Πολιτείες







Ο Κίπλινγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες



Το ζευγάρι οργάνωσε το μήνα του μέλιτος έτσι ώστε να πάνε πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες (συμπεριλαμβανομένης και μίας στάσης στο σπίτι της οικογένειας Μπαλεστιέρ στο Βερμόντ) και στη συνέχεια στην Ιαπωνία. Ωστόσο, όταν έφτασαν στη Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας, ανακάλυψαν ότι η τράπεζά τους στην Ινδία χρεωκόπησε. Έτσι, επέστρεψαν στο Βερμόντ -τότε η Κάρι ήταν έγκυος στο πρώτο τους παιδί- και νοίκιασαν ένα μικρό εξοχικό σπίτι σ' ένα αγρόκτημα για 10 δολάρια το μήνα.


Σ' αυτό το σπίτι γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, η Τζόζεφιν, τη νύχτα της 29ης Δεκεμβρίου του 1892, "με τα γενέθλια της μητέρας της στις 31 και τα δικά μου στις 30, τη συγχαρήκαμε για την αίσθηση της καταλληλότητας των πραγμάτων...".


Στο ίδιο σπίτι ο Κίπλινγκ εμπνεύστηκε τα πρώτα σχέδια των Βιβλίων της Ζούγκλας. Με την άφιξη της Τζόζεφιν, το σπίτι θεωρήθηκε ανεπαρκές κι έτσι το ζευγάρι αγόρασε γη -σε μία βραχώδη πλαγιά με θέα στον ποταμό Κοννέκτικατ- από τον αδελφό της Κάρι, Μπίτι Μπαλεστιέρ, και έχτισαν το δικό τους σπίτι.


Ο Κίπλινγκ ονόμασε το σπίτι "Ναουλάκα". Από τα πρώτα του χρόνια στη Λαχόρη (1882-1887), ο Κίπλινγκ είχε ενθουσιαστεί με την τοπική αρχιτεκτονική[21] και ιδιαίτερα με το περίπτερο Ναουλάκα, το οποίο έγινε τελικά η έμπνευση για τον τίτλο του ομώνυμου μυθιστορήματος αλλά και του σπιτιού[22]. Η απομόνωσή του στο Βερμόντ, σε συνδυασμό με την υγιεινή και καθαρή ζωή, έκανε τον Κίπλινγκ τόσο εφευρετικό όσο και παραγωγικό.









Ο επιχρυσωμένος τίτλος της πρώτης αμερικάνικης έκδοσης του βιβλίου Επαρχιακά Τραγούδια και Μπαλάντες από το Δωμάτιο Ενός Στρατώνα, το οποίο περιελάμβανε τα ποιήματα "Μανταλέι" και "Γκάγκα Ντιν"



Στο σύντομο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών, έγραψε, εκτός από τα Βιβλία της Ζούγκλας, μία συλλογή διηγημάτων (The Day's Work), ένα μυθιστόρημα (Δαίμονες των Κυμάτων ή αλλιώς Γενναίοι Καπετάνιοι) και πολλά ποιήματα, συμπεριλαμβανομένων και των Επτά Θαλασσών. Η συλλογή Μπαλάντες Από Το Δωμάτιο Ενός Στρατώνα, οι περισσότερες εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά ξεχωριστά το 1890, εκδόθηκε το Μάρτιο του 1892. Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται τα ποιήματα "Μανταλέι" και "Γκάνγκα Ντιν". Ο Κίπλινγκ απόλαυσε ιδιαίτερα τη συγγραφή των Βιβλίων της Ζούγκλας -και τα δύο αποτελούν αριστουργήματα της φανταστικής λογοτεχνίας- και απόλαυσε, επίσης, την αλληλογραφία με πολλά παιδιά που του έγραψαν γι' αυτά τα βιβλία.


Η συγγραφική ζωή στο Ναουλάκα περιστασιακά διακοπτόταν από επισκέπτες, μεταξύ των οποίων ο πατέρας του συγγραφέα, ο οποίος τον επισκέφθηκε αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή του το 1893, καθώς και ο Σκωτσέζος συγγραφέας Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, ο οποίος έμεινε δύο μέρες και παρέδωσε στον Κίπλινγκ ένα εκτεταμένο μάθημα γκολφ[23]. Το γκολφ φαίνεται πως άρεσε στον Κίπλινγκ αφού έπαιζε ακόμα και με κόκκινες ζωγραφισμένες μπάλες όταν το έδαφος ήταν καλυμμένο με χιόνι[24]. Πάντως, από κάθε άποψη, ο Κίπλινγκ αγαπούσε την ύπαιθρο.


Το Φεβρουάριο του 1896 γεννήθηκε η δεύτερη κόρη του, Έλσι Κίπλινγκ. Εκείνη την εποχή, σύμφωνα με πολλούς βιογράφους του, η οικογενειακή σχέση του ζεύγους Κίπλινγκ δεν ήταν πλέον αμέριμνη και αυθόρμητη[25]. Αν και θα παρέμεναν πάντα πιστοί ο ένας στον άλλο, φαίνεται πως καθένας αφοσιώθηκε στο δικό του ρόλο.


Το ζεύγος Κίπλινγκ αγαπούσε τη ζωή στο Βερμόντ και θα μπορούσε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του εκεί αν δεν συνέβαιναν δύο περιστατικά -το ένα από την παγκόσμια πολιτική και το άλλο από την οικογενειακή διχόνοια- που τερμάτισαν βιαστικά τη διαμονή τους εκεί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Βενεζουέλα βρίσκονταν σε διαμάχη σχετικά με τη Βρετανική Γουιάνα. Οι Η.Π.Α. είχαν κάνει μερικές προτάσεις για να διευθετηθεί το πρόβλημα, αλλά το 1895 ο νέος υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α., Ρίτσαρντ Όλνεϊ, επιχειρηματολόγησε για το αμερικανικό "δικαίωμα" να διαιτητεύει σε θέματα κυριαρχίας στην ήπειρο (ως επέκταση του Δόγματος Μονρόε). Η κατάσταση εξελίχθηκε σε σημαντική αγγλο-αμερικανική κρίση, με τις δύο πλευρές να κάνουν λόγο ακόμα και για πόλεμο.


Παρά το γεγονός ότι η κρίση οδήγησε τελικά σε μεγαλύτερη συνεργασία των Η.Π.Α. και της Μεγάλης Βρετανίας, εκείνη την εποχή ο Κίπλινγκ αισθανόταν μπερδεμένος από το επίμονο αντιβρετανικό κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και ιδιαίτερα στον Τύπο. Τελικά, τον Ιανουάριο του 1896, αποφάσισε να τερματίσει την "καλή και υγιεινή ζωή" της οικογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες και να αναζητήσει την τύχη τους αλλού.


Μία οικογενειακή διαφορά αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Για αρκετό καιρό, οι σχέσεις της Κάρι και του αδελφού της, Μπίτι Μπαλεστιέρ, ήταν τεταμένες λόγω του προβλήματός του με το αλκοόλ και της αφερεγγυότητάς του. Το Μάιο του 1896 ο Μπίτι μεθυσμένος συνάντησε στο δρόμο τον Κίπλινγκ και τον απείλησε. Το περιστατικό οδήγησε στη σύλληψη του Μπίτι αλλά στη δίκη, και την επακόλουθη δημοσιότητα, η προστασία της ιδιωτικής ζωής του Κίπλινγκ καταστράφηκε και ο συγγραφέας αισθανόταν δυστυχισμένος και εξαντλημένος. Τον Ιούλιο του 1896, μία εβδομάδα πριν την επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας, οι Κίπλινγκ πακετάρισαν τα πράγματά τους, άφησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και επέστρεψαν στην Αγγλία.


Ντέβον







Το σπίτι του Κίπλινγκ στο Τόρκι του Ντέβον



Το Σεπτέμβριο του 1896 οι Κίπλινγκ έμεναν στο Τόρκι του Ντέβον, στη νοτιοδυτική ακτή της Αγγλίας, σε μία πλαγιά με θέα στη Μάγχη. Παρά το γεγονός ότι ο Κίπλινγκ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το νέο του σπίτι, του οποίου η διακόσμηση, όπως ο ίδιος υποστήριζε, άφηνε στους ενοίκους ένα αίσθημα κατήφειας και μελαγχολίας, κατάφερε να παραμείνει παραγωγικός και κοινωνικά ενεργός. Ο Κίπλινγκ ήταν πλέον ένας διάσημος άνθρωπος και κατά τα προηγούμενα δύο με τρία χρόνια έκανε όλο και περισσότερες πολιτικές δηλώσεις στα γραπτά του. Τον Αύγουστο του 1897, οι Κίπλινγκ καλωσορίσανε τον πρώτο τους γιο, τον Τζον. Ο Κίπλινγκ είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει πάνω σε δύο ποιήματα, το "Recessional" (1897) και το "The White Man's Burden" (1899), τα οποία προκάλεσαν διαμάχες όταν δημοσιεύτηκαν. Μερικοί τα θεωρήσανε ως ύμνους για την πεφωτισμένη αυτοκρατορία που συνέλαβαν την ατμόσφαιρα της βικτοριανής εποχής, ενώ άλλοι τα θεώρησαν ως προπαγάνδα υπέρ του ιμπεριαλισμού και των επακόλουθων ρατσιστικών συμπεριφορών. Ωστόσο, υπήρξαν κι αυτοί που διέκριναν ειρωνεία στα ποιήματά του και προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της αυτοκρατορίας.


Όντας παραγωγικός κατά τη διάρκεια που έμενε στο Τόρκι, ο Κίπλινγκ έγραψε επίσης την Εταιρεία Στάλκι και Σία, μία συλλογή σχολικών ιστοριών, της οποίας οι νεαροί πρωταγωνιστές αντιμετωπίζουν κυνικά τον πατριωτισμό και την εξουσία. Σύμφωνα με την οικογένειά του, ο Κίπλινγκ απολάμβανε να διαβάζει μεγαλόφωνα ιστορίες από την Εταιρεία Στάλκι και Σία και συχνά γελούσε έντονα με τα δικά του αστεία.


Νότια Αφρική







Ο Κίπλινγκ στη Νότια Αφρική



Στις αρχές του 1898, η οικογένεια Κίπλινγκ ταξίδεψε στη Νότια Αφρική για τις χειμερινές της διακοπές, ξεκινώντας μία ετήσια παράδοση που -με εξαίρεση το επόμενο έτος- κράτησε μέχρι το 1908. Πάντα έμεναν σ' ένα σπίτι στο Χρούτε Σκιρ, ιδιοκτησίας του Σέσιλ Ρόουντς (σήμερα είναι φοιτητική εστία του Πανεπιστημίου του Κέιπ Τάουν), σε κοντινή απόσταση από το αρχοντικό του Ρόουντς. Με τη νέα του φήμη ως Ποιητής της Αυτοκρατορίας, ο Κίπλινγκ έτυχε θερμής αποδοχής από μερικούς από τους πιο σημαίνοντες πολιτικούς της αποικίας, όπως τον Σέσιλ Ρόουντς, τον Σερ Άλφρεντ Μίλνερ και τον Λιάντερ Σταρ Τζέιμσον. Ο Κίπλινγκ καλλιέργησε τη φιλία τους και έφτασε να θαυμάσει τους άντρες και τις πολιτικές τους. Η περίοδος 1898-1910 ήταν ζωτικής σημασίας για την ιστορία της Νότιας Αφρικής καθώς περιελάμβανε τον Δεύτερο Πόλεμο των Μπόερς (1899-1902), την επακόλουθη συνθήκη ειρήνης και τη δημιουργία της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης το 1910. Πίσω στην Αγγλία, ο Κίπλινγκ έγραψε ποιήματα για την υποστήριξη των Βρετανών στον πόλεμο των Μπόερς και στην επόμενη επίσκεψή του στη Νότια Αφρική, στις αρχές του 1900, βοήθησε να ξεκινήσει μία εφημερίδα, The Friend (Ο Φίλος), για τα βρετανικά στρατεύματα που κατέλαβαν το Μπλουμφοντέιν, την πρωτεύουσα του Ελεύθερου Κράτους της Οράγγης. Αν και η δημοσιογραφική του θητεία επρόκειτο να διαρκέσει μόλις δύο εβδομάδες, ήταν η πρώτη απασχόληση του Κίπλινγκ σε εφημερίδα από τότε που έφυγε από την Pioneer στο Αλλαχαμπάντ πριν από περισσότερα από 10 χρόνια. Στην εφημερίδα The Friend δημιούργησε μακροχρόνιες φιλίες με άλλους συγγραφείς[26]. Έγραψε επίσης άρθρα εκφράζοντας τις απόψεις του για τον πόλεμο[27]. Ο Κίπλινγκ έγραψε επίσης μία επιγραφή για το Μνημείο Πεσόντων στο Κίμπερλι.


Σάσσεξ


Το 1897, ο Κίπλινγκ μετακόμισε από το Τόρκι στο Ρότινγκντιν, στο ανατ

Περισσότερα
Προβάλλονται 1 - 2 από 2 βιβλία